MareGreco.com
  • Mare Greco

Αντιναύαρχος ΠΝ (ε.α.) Κωστής Γκορτζής: Το ρίσκο

Ο θόρυβος του τρυπούσε τ' αυτιά. Οι ωτοασπίδες περασμένες στο λαιμό του, δεν τις μπορούσε κι ας έλεγε ο εργοδηγός ότι έπρεπε να τις φοράει. Κάτι για "ντεσιμπέλ" του έλεγε, που "αν τα περάσεις, κουφαίνεσαι". Αλλά με τα διαόλια αυτά στ' αυτιά ένοιωθε μόνος. Παρατηρητής του εαυτού του, δε συμμετείχε σ' ό,τι έκανε. Σα πεθαμένος ζωντανός. Το ηλεκτροματσάκονο έσκαβε τα στρώματα της μπογιάς, έγδερνε τη λαμαρίνα και πέταγε τη σκουριά αναμμένη σε χιλιάδες σπίθες που άλλες έσβηναν στον αέρα κι οι πολλές απάνω του. Τα γυαλιά "εργασίας" σηκωμένα στο μέτωπο, να του το σφίγγουν τόσο που ο μπόμπιρας το βράδυ τον ρωτούσε "μπαμπά γιατί έχεις τέσσερα μάτια;" Ούτε αυτά τα μπορούσε, ούτε "τα εγκαύματα στον αμφιβληστροειδή" που τσαμπουνούσε ο εργοδηγός καταλάβαινε. Τις λίγες φορές που τα κατέβασε στα μάτια, νόμιζε ότι τα χέρια που έβλεπε να δουλεύουν ήταν αλλουνού. Δεν ήταν τα δικά του. Γεμάτα στίγματα από τις σπίθες, ουλές απ' το ξεστράτισμα του ματσακονιού και της τραγάνας που ξεκόλλαγε απ' τη λαμαρίνα και κόλλαγε πάνω τους. "Φοράτε γάντια", τους έλεγε ο εργοδηγός, "θα χάσετε κανα χέρι", αλλά αυτός τα 'χε στην κωλότσεπη της φόρμας, πώς να δουλέψεις με δαύτα, πώς να νοιώσεις το σίδερο, πώς να μιλήσεις στο εργαλείο... Έκανε ένα βήμα στο πλάι. Η σκαλωσιά, τριάντα μέτρα ψηλή, και το μαδέρι γέρικο, γεμάτο ξύσματα και σκουριές. Πατούσε γερά, χρόνια τώρα έκανε τον ακροβάτη. Το δίχτυ ασφαλείας είναι ακριβό για το αφεντικό. Κι η ζώνη ασφαλείας είναι μπελάς για τον εργάτη. Λείπουν και τα δυό. Έδεσε το ματσακόνι στη τριχιά και φώναξε "πάρ' το απάνω ρε και ρίξε το κανόνι. Το "κανόνι" ξέρναγε την μαύρη άμμο με πίεση και καθάριζε τους πόρους του σίδερου. Δεν είναι άμμος, μέταλλο είναι κι αυτή σε σκόνη, σκόνη που έμπαινε παντού, γυάλιζε τη λαμαρίνα και μαύριζε όλο το γύρω. "Να φοράτε τη μάσκα" έλεγε ο εργοδηγός, "η άμμος κάθεται στα πλεμόνια και θα φτύνετε αίμα". Και πώς αναπνέουν ρε εργοδηγέ, κατακαλόκαιρο, να ψήνεις αυγά στο σίδερο, με το φίμωτρο στη μούρη; Γλύστρησε στο παλιό μαδέρι. Ούτε που κοίταξε κάτω, "αν κοιτάξεις, χάθηκες" του 'χε πεί ένας παλιότερος, βλαστήμησε τις άβολες μπότες και τον εργοδηγό που του τις έδωσε "για να μη γλυστράς", κρατήθηκε. Η μπουρού από πάνω βάρεσε διάλειμμα. Σκαρφάλωσε την ανεμόσκαλα, το μυαλό στο μεροκάματο, να λες φχαριστώ που το 'χεις. Πάτησε στο ντεκ και άραξε στη σκιά δίπλα στη μπίγα. Άνοιξε το μπουκάλι, γύρισε μια γουλιά νερό στο στόμα του κι έφτυσε αρμύρα, μπογιά, σκουριά και άμμο. Το κολατσιό στην καραβάνα απ' τον στρατό νόστιμο σαν την κυρά του.

"Να πάς στο καλό" τού 'λεγε κάθε μέρα, χωρίς να τον κοιτά στα μάτια για να μη δεί την ανησυχία της. Λες και μπορούσε να τον ξεγελάσει...

Αχ, ρε κυρά, για σένα προσέχω. Και για τον μπόμπιρα. Για τα όνειρά μας. Τράβηξε απ' την τσέπη το τσαλακωμένο πακέτο. Ώρα για το πιό γλυκό τσιγάρο, σκέφτηκε. Στη δεύτερη ρουφηξιά, η μπουρού βάρεσε "επανάληψη". Το κράτησε στα δάχτυλά του, πίεσε την κάφτρα να πέσει και το ξανάβαλε κολοβό στο πακέτο, για μετά. Πατούσε την κάφτρα να σβήσει, σαν άκουσε τον εργοδηγό να του λέει " κόφ' το το ρημάδι, μια μέρα αυτό θα σε σκοτώσει".

Πέρασε το πόδι του στην κουπαστή και άδραξε την ανεμόσκαλα. Κοίταξε το μαδέρι που τον περίμενε στην άκρη του χάους πηγαίνοντας πέρα δώθε και δε βάσταξε. Άντε και γαμήσου μάστορα, του φώναξε....



Το Mare Greco ευχαριστεί θερμά τον Αντιναύαρχο ΠΝ (ε.α.) Κωστή Γκορτζή

για την ευγενική παραχώρηση

του κειμένου του.